Expessing myself without a camera

Η αναζήτηση της “μαγείας”

Μπαίνοντας στον κόσμο της φωτογραφίας, μου ήταν από την αρχή ξεκάθαρο ότι δεν επιθυμώ να ασχοληθώ καθόλου με το χρηστικό κομμάτι της. Ενώ με ενθουσίαζαν οι φωτογραφίες από μόδα, αθλητισμό, άγρια ζωή, τοπίο και εξακολουθούν να μου αρέσουν παρ όλ’ αυτά, πλέον, ψάχνω να δω και να εκπαιδευτώ από την δουλειά ανθρώπων που έχουν να δείξουν κάτι το πιο προσωπικό, ανθρώπων που έχουν καταφέρει ή προσπαθούν να δείξουν την εσωτερική τους μαγεία παρά να αποτυπώσουν την μαγεία που βλέπουν μπροστά στα μάτια τους.

Με τον όρο μαγεία δεν εννοώ κάτι το ωραίο. Η φωτογραφία πρέπει να επιδιώκει την ψυχική ανάταση του θεατή με τον ίδιο τρόπο που το κάνει η μουσική και η ποίηση. Μια ψυχική ανάταση που μπορεί να επιτευχθεί και χωρίς το κυνήγι της ομορφιάς. Δεν χρειάζεται τα τοπία να είναι εντυπωσιακά, δεν χρειάζεται τα μοντέλα να είναι όμορφα και τα ζώα «παγωμένα». Θολά και άσχημα και κουνημένα, όλα υπάρχουν, όλα επιτρέπονται αρκεί να δείχνουν κάτι από εμάς. Είναι ο πιο δύσκολος δρόμος, το ξέρουμε όλοι, πόσο μάλλον όταν το μέσο είναι η φωτογραφία. Ποιος δεν έχει δακρύσει από πλημμύρα συναισθημάτων που δημιουργήθηκαν από ένα ποίημα ή μια μελωδία; Με μια φωτογραφία; Τα μάτια όταν μόνο κοιτάνε δεν δακρύζουν. Πρέπει να ακούσουμε, να μυρίσουμε να νιώσουμε αυτό που βλέπουμε για να μπορέσουμε να το αγαπήσουμε. Έτσι όπως εκτιμάμε και αγαπάμε έναν άνθρωπο για τον εσωτερικό του κόσμο, έτσι να εκτιμήσουμε και να αγκαλιάσουμε μια φωτογραφία. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Για το τι δείχνει αλλά και το πως το δείχνει. Για το τι μας λέει και για το πώς μας κάνει η ιστορία της να αισθανόμαστε. Αρκεί αυτός ο εσωτερικός κόσμος να υπάρχει και να προβάλλεται.

Τα εμπόδια πολλά: εγωισμός, αυταρέσκεια, κακία, ζήλια… Ένα κουτί της Πανδώρας ανοιχτό που κλείνει για να κρατήσει στα σκοτάδια την υπομονή, την ταπεινότητα και την ελπίδα. Αγώνες επιβίωσης σε μια εικονική πραγματικότητα. Ένας άυλος τοίχος που καταδυναστεύει τις τύχες μας, που πάνω του κρεμούμε ανακυκλωμένες εικόνες φανταζόμενοι πως ξεχωρίσαμε βάζοντας έναν γαλαξία επιπλέον πάνω στην αντιγραμμένη σύνθεση κάποιου άλλου. Άγνωστοι φίλοι για να καλύψουν τα κενά της δικής μας άγνοιας. Άγγελοι εξάγγελοι που χαϊδεύουν αυτιά που ίσως ποτέ δεν αρχίσουν να φωνάζουν με μανία. Πλούσια βιογραφικά με εκθέσεις και διακρίσεις μέσα σε ελάχιστα χρόνια εμπειρίας. Ακόμα και ο διαγωνισμός του τοπικού σούπερ μάρκετ γίνεται σημαντικός προσπαθώντας να σταθούμε πιο ψηλά από τους φίλους μας που μαζί πίνουμε καφέ, ψάχνοντας μια καλύτερη θέση στο κέντρο του κύκλου όπου είναι πιο ζεστά ενώ θα έπρεπε να μαχόμαστε να φύγουμε μακριά στο κρύο και στην παγωνιά. Προσκύνημα σε μια τέχνη που ορίζεται καλή ανάλογα με τις πόσες διασυνδέσεις έχεις, τους περισσότερους σπόνσορες και τα πόσα δώρα θα μπορέσεις να μοιράσεις στο τέλος. Μια τέχνη δυνάστης στο νησί των Λωτοφάγων ενώ θα έπρεπε να είναι Σειρήνα με πορεία προς τον χαμό μας. Ίσως θα πρέπει να περάσουμε από την Σκύλλα και την Χάρυβδη για να νιώσουμε την μαγεία της μοναδικότητας. Πόσοι τολμάμε; Πόσοι είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας; Πόσοι γνωρίζουμε γιατί ξεκινήσαμε το ταξίδι;

Αν το δικό μου ταξίδι με έχει μάθει κάτι είναι να κλείνω τα μάτια μου και να κοιτάω πάντα προς τα μέσα. Να κλείνω τα αυτιά μου και να ακούω μόνο τον ρυθμικό χτύπο της καρδιάς μου, νωχελικό, παθιασμένο, έντονο, μονότονο. Δεν το έκανα πάντα. Κάποτε άκουγα τους άλλους, κάποτε δούλευα για ένα παραπάνω «μου αρέσει», κάποτε ζήλευα την επιτυχία άλλων, κάποτε ήθελα να είμαι κάποιος άλλος. Ζούσα φοβισμένος σε μια έρημο για χρόνια. Καμιά ιδέα, κανένας σκοπός. Όλα έμοιαζαν τετριμμένα. Καμία ανατολή δεν είχε χρώμα, καμιά δύση δεν άξιζε, κανένα φως δεν ήταν ιδανικό. Ότι έπιανα θρυμματιζόταν στα χέρια μου και έπεφτε κάτω σαν σκόνη. Ήταν η πάλη μου να φύγω από τον κύκλο. Είναι η ερημιά της μοναξιάς. Όταν διψάσεις πολύ, όμως, θα ψάξεις για νερό. Όχι στο βούρκο αλλά σε καθαρή πηγή. Η έρημος έγινε βουνό, ξερό κι αυτό, ψηλό, με μερικές πηγές όμως εδώ κι εκεί, ίσα ίσα για να συνεχίζω. Τώρα θέλω να είμαι εγώ. Την δικιά μου μαγεία δεν την έχω βρει ακόμα, ίσως και να μην την βρω καθόλου. Θέλω να πιστεύω όμως ότι θα συνεχίζω να προσπαθώ. Οτι θα μείνω πιστός στην αναζήτηση όσο κι αν αυτό πάρει. Μου αρέσει το βουνό μου όσο ξερό κι αν είναι. Ίσως κάποτε γίνει πεδιάδα, ίσως και έρημος ξανά αλλά τώρα ξέρω. Ίσως δεν ξέρω και τίποτα. Τώρα όμως δεν φοβάμαι. Όταν μια φωτογραφία με κάνει να κλάψω, θα χαμογελάσω. Τότε, αν δεν είναι δικιά μου… θα ξαναζηλέψω

Κωνσταντίνος Βασιλάκης

 

2 Comments

  • Stavros on May 13, 2015 Reply

    Διαβάζοντας το κείμενο μου ήρθε στο μυαλό ένας στίχος των Nightwish, “I only wished to become something beautiful
    Through my music, through my silent devotion”.

    Είχα στο μυαλό μου να σου ανοίξω μια τέτοια συζήτηση όσο ήσασταν κάτω, για το πως νιώθεις βλέποντας όλες αυτές τις φανφάρες γύρω σου, αλλά δεν δόθηκε η ευκαιρία. Το κείμενο με κάλυψε σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό και να ξέρεις ότι εκφράζεις και μένα μέσα από αυτό και πιστεύω αρκετούς ακόμα.

    Κράτα το αγνό και καθαρό αυτό το συναίσθημα! :)

Leave ReplyLeave a Reply to Stavros

Cancel Reply


9 − = four