Expessing myself without a camera

Απεταξάμην

“Ήταν ένα μικρό καράβι
που ήταν αταξίδευτο
Οέ, Οέ, Οέ, Οέ.
Κι έκανε ένα μακρύ ταξίδι
μέσα εις τη Μεσόγειο
Οέ, Οέ, Οέ, Οέ.
Και σε πέντε έξι εβδομάδες
σωθήκαν όλες οι τροφές
Οέ, Οέ, Οέ, Οέ.
Και τότε ρίξανε τον κλήρο
να δούνε ποιος θα φαγωθεί
Οέ, Οέ, Οέ, Οέ.
Κι ο κλήρος πέφτει στα αγόρια
που ήταν σαν σκυλόψαρα
Οέ, Οέ, Οέ, Οέ.
Κι ο κλήρος πέφτει στα κορίτσια
που ήταν σαν σκουπόξυλα
Οέ, Οέ, Οέ, Οέ.
Κι αν σας αρέσει αυτή η ιστορία
την ξαναλέμε, λέμε απ’ την αρχή
Οέ, Οέ, Οέ, Οέ.”

Το παραδοσιακό γαλλικό ναυτικό τραγούδι (ερμηνευμένο από την Μαρίζα Κωχ), πιστεύω ότι εκφράζει απόλυτα αυτά που θέλω να πω. Και εξηγούμαι: ενώ πέρυσι έγραφα για το δικό μου ταξίδι και τις δικές μου φιλοδοξίες με την «Αναζήτηση της Μαγείας», φέτος, μερικά γεγονότα με έκαναν να ψάξω λίγο περισσότερο για το τι γίνεται με όσους ασχολούνται με τη φωτογραφία, τους « άλλους», και γενικά  με την φωτογραφία τοπίου στην Ελλάδα. Αφορμή ήταν ένας εξωγενής παράγοντας, ένα διεθνές ξεκατίνιασμα που για κάποιο λόγο εμφανίστηκε στον «τοίχο» μου στο Facebook και μου τράβηξε το ενδιαφέρον. Για όσους δεν γνωρίζουν την ιστορία, ίσως ο πιο γνωστός σύγχρονος φωτογράφος τοπίου της Αμερικάνικης σχολής, της υπερπαραγωγής και του εντυπωσιασμού δηλαδή, έγραψε ένα επικριτικό σχόλιο, του στυλ βγάζεις συνέχεια τα ίδια και τα ίδια και αντιγράφεις γνωστές συνθέσεις, σε έναν άλλο, Αυστραλό νομίζω, ανερχόμενο υποθέτω αστέρι της ίδιας σχολής. Ξύπνησε έτσι το υπερογκώδες ‘’εγώ’’  του φίλου από το νότιο ημισφαίριο και ακολούθησε ένα μπατιρντί τρελό το οποίο όσο αδιάφορο και αν μου ήταν με έβαλε σε σκέψεις. Σκέψεις οι οποίες  σε πρώτη φάση, μείναν στο πίσω μέρος του μυαλού μου ώστε να υποστούν μια επεξεργασία,  όπως πάντα, και πιθανότητα να έμεναν εκεί ή να αναλώνονταν σε ‘’κλειστές’’ κουβέντες μεταξύ φίλων αλλά ήρθε το πρόσφατο σεμινάριο στην Τύμφη όπου είδα μερικά πράγματα που νομίζω αξίζει να τα μοιραστώ.

Ελπίζω οι σκέψεις μου αυτές, να φτάσουν όχι μόνο σε φωτογράφους αλλά και σε ανθρώπους που τους αρέσει να βλέπουν φωτογραφίες, μιας και δεν πιστεύω στο «ειδικό κοινό», ως εκ τούτου πριν τις αναλύσω θα ήθελα να δώσω μια εικόνα για την βιομηχανία παραγωγής εικόνων προς τέρψη των μαζών. Βιομηχανία ναι, αφού η ποσότητα υπερτερεί της ποιότητας δεδομένου ότι το κοινό το οποίο τρέφει, είναι απαίδευτο σε σχέση με το τι σημαίνει φωτογραφία σαν τέχνη, και με μοναδικό σκοπό της το κέρδος.

Ένα κατασκεύασμα των καιρών του ίντερνετ που αναδεικνύει ευκολόπεπτα θέματα με σκοπό την αποχαύνωση. Δυστυχώς, ο σκεπτόμενος άνθρωπος είναι υπό διωγμό τις μέρες μας. Στην συνολική καταπίεση που υπόκεινται οι ζωές μας, ο εύκολος τρόπος έκφρασης που παρέχει η φωτογραφία υπόσχεται μια έξοδο από την αφάνεια, όπου όμως υπάρχουν υποσχέσεις υπάρχουν και καιροσκόποι! Είτε αυτοί είναι ιστότοποι-γκρουπ που με τα Like και «αγαπημένα» τάζουν αιωνία μνήμη, ενώ ουσιαστικά την επόμενη μέρα αποτελείς ακόμα ένα μέλος της μάζας, είτε είναι περιοδικά που στην προσπάθεια τους να επιβιώσουν σε ένα ψηφιακό κόσμο τάζουν υποσχέσεις δημοσίευσης με σκοπό την ενίσχυση της κυκλοφορίας τους, είτε ακόμα και λέσχες που δημιουργούνται από μονόφθαλμους με σκοπό να αποκτήσουν υποτακτικούς τυφλούς. Για τους διαγωνισμούς δεν θα αναφερθώ καν! Φυσικά χωρίς κανένα κέρδος για τον άμοιρο τον κάτοχο φωτογραφικής μηχανής παρα μόνο, όπως είπαμε, την εφήμερη θώπευση του ‘’εγώ’’ του, και αυτό υπό προϋποθέσεις και με σημαντικό κόστος για την τσέπη του. Έτσι κατακλύζεται ο κόσμος από φωτογραφίες που δεν έχουν να πουν τίποτα!  Έρχεται λοιπόν, και ο Βασιλάκης σίνιορ με την εφημερίδα στα χέρια να με ρωτήσει «αυτόν τον φωτογράφο τον ξέρεις που κάνει έκθεση στο τάδε μπαρ; Αυτή η φωτογραφία της παραλίας στο Ζούμπερη μου αρέσει, φαίνεται ωραίο το πράσινο στο κύμα» για να μου ανάψουν εμένα όλα τα λαμπάκια.

Εύλογα θα ρωτήσει κανείς αν στην τελική είναι κακό να προβάλλονται έστω και εφήμερα άνθρωποι, η δικιά μου απάντηση είναι ναι! Δεν απαντάω όμως σκεπτόμενος την πλευρά της φωτογραφίας και το κακό που κάνει αυτή η προβολή στην τέχνη γενικά και στην συνολική εκπαίδευση του κοινού, αν και κάνει πολύ κακό και εκεί, αλλά για το κακό που κάνει στους ίδιους τους προβαλλόμενους. Αυτοί που δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν την ανικανότητά τους τείνουν να υπερεκτιμούν τους εαυτούς τους. Αντίθετα, οι ικανοί άνθρωποι τείνουν να αξιολογούν τον εαυτό τους χαμηλότερα απ’ ότι πραγματικά αξίζουν, σύμφωνα με την μελέτη που δημοσίευσαν οι  Justin Kruger and David Dunning από το πανεπιστήμιο του Cornell το 1999 στην εφημερίδα  «Προσωπικότητα και Κοινωνική Ψυχολογία», με τίτλο «Unskilled and Unaware of It: How Difficulties in Recognizing One’s Own Incompetence Lead to Inflated Self-Assessments», για να καταλήξουν πως παραδόξως όσοι ανεκπαίδευτοι προσπάθησαν να βελτιώσουν τις ικανότητές τους, βελτίωσαν και την ικανότητα να αναγνωρίζουν τις αδυναμίες τους. Είναι γεγονός ότι ένας ‘’ανίκανος’’ με μεγάλο εγώ δεν ωφελεί κανέναν, σε κανένα τομέα, έτσι και στην φωτογραφία όπου το ‘’ανίκανος’’ όμως δεν αναφέρεται στις συνολικές του ικανότητες σαν άτομο παρά μόνο στην έλλειψη της απαραίτητης οξυδέρκειας ώστε δεν παράγει αυθεντική τέχνη, τότε να επιχειρεί σοβαρές προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση.

Τι προσφέρει στην τέχνη  το να προβάλλεται κάποιος σε μέρη που υποτίθεται την προωθούν, με το μοναδικό προαπαιτούμενο επιτυχίας να είναι κοινωνικά δραστήριος συνάμα και ευχάριστος; Συντελείται ένα σοβαρό λάθος το οποίο διαιωνίζει έναν φαύλο κύκλο που συνεχώς μεγαλώνει, μιας και πολλοί είναι αυτοί με ανασφάλειες και ακόμα περισσότεροι αυτοί με ανάγκη προβολής!  Ενσωματώνονται στην μάζα λοιπόν, καταχωνιάζοντας οποιαδήποτε ελπίδα υπήρχε για προσωπική και ανιδιοτελή έκφραση.

Μην με παρεξηγείτε δεν αναφέρομαι στην ανασφάλεια και στην προβολή σαν κάτι το μεμπτό. Λίγο πολύ όλοι μας έχουμε αυτά τα ζιζάνια μέσα μας είτε ασχολούμαστε είτε όχι με τα καλλιτεχνικά. Ο κομφορμισμός με ενοχλεί των ατόμων αυτών. Ατόμων που αντί να θέλουν να ξεχωρίσουν για αυτό που πραγματικά είναι, προσπαθούν να ξεχωρίσουν ακολουθώντας ανοιγμένο ήδη μονοπάτι αυξάνοντας λίγο τον διασκελισμό μπας και προλάβουν να προσπεράσουν τον προπορευόμενο. Να κλέψουν λίγο από το φως πιστεύοντας πως είναι αστέρια, παραμυθιάζοντας εαυτούς και φίλους. Εδώ λοιπόν δημιουργείται η απορία μέσα μου, γιατί φωτογραφίζουν όλοι αυτοί; Για την ψυχική τους ανάταση; Για την τζάμπα ψυχοθεραπεία που προσφέρει η διαδικασία, στην προσπάθεια ανακάλυψης του εαυτού μας; Γιατί; Και ενώ θα έπρεπε να τα αναρωτιούνται οι ίδιοι αυτά κάθομαι και αναρωτιέμαι εγώ γι’ αυτούς και νομίζω ότι η λέξη που θα χρησιμοποιούσε ένας ψυχολόγος γι’ αυτή την τάση μου είναι παράνοια. Βέβαια αναρωτιέμαι έχοντας κάνει την παραδοχή ότι όλοι όσοι συνειδητά ξεκινούν να ασχοληθούν με μια τέχνη, έχουν κάτι να πουν αν και οι τελευταίες συναναστροφές με ανθρώπους υποτίθεται εραστές της φωτογραφικής τέχνης, έχουν αρχίσει να μου δημιουργούν αμφιβολίες περί αυτού.  Δυστυχώς η ευκολία του μέσου έβαψε μερικά ‘’σκατά’’ χρυσά και αυτό-ονομάστηκαν καλλιτέχνης-photography.com. Διπλό- δυστυχώς η κοινωνία μας γέμισε ανθρώπους που πραγματικά δεν έχουν τίποτα να πουν ζώντας πραγματικά αυταπάτες, εμφανέστατες αν κάποιος είναι άτυχος αρκετά ώστε να γνωρίζει την πορεία τους στον χώρο όπου κινούνται και διπλό- άτυχος αν τύχει και συνομιλήσει μαζί τους. Κάποτε θα συμπλήρωνα την πρόταση ενσωματώνοντας την πιθανότητα να είμαι και εγώ μέσα στο τσούρμο αλλά θα δηλώσω ότι τελικά έχω κάτι να πω έστω και αν είναι μαλακίες. Τουλάχιστον είναι οι δικιές μου μαλακίες. Και ναι ρε Κωνσταντίνε αλλά ποιος θεωρείται σήμερα καλλιτέχνης; Θα απαντήσω με ένα απόφθεγμα του François Mauriac που είναι κολλημένο σε μια πόρτα της Πασχάλειου σχολής εδώ στο Καπέσοβο.

«Όποιος δουλεύει με τα χέρια είναι εργάτης

Όποιος δουλεύει με τα χέρια και το μυαλό είναι τεχνίτης

Όποιος δουλεύει με τα χέρια το μυαλό και την καρδιά είναι καλλιτέχνης»

Εντάξει από αποφθέγματα καλά τα πάμε! Όμως δυσκολεύομαι πραγματικά στο να βρω μια προσωπική απάντηση. Ίσως η απουσία του ‘’ενός’’ από τον κύκλο μου με δυσκολεύει στο να παραδειγματιστώ, ίσως δεν ξέρω να «κοιτάω» και να «διαβάζω» καλά τους ανθρώπους του κύκλου μου. Τουλάχιστον του φωτογραφικού μου κύκλου. Ίσως να μην μου χρειάζεται αυτή η απάντηση για αυτό να μην την ψάχνω και να είμαι απλά ικανοποιημένος με αυτό που κάνω. Πλατειάζω όμως και με Τύμφη ξεκίνησα και εκεί θέλω να καταλήξω. Το τοπίο είναι το στοιχείο μου εκεί μπορώ να γίνω συγκεκριμένος. Θα περάσω όμως πρώτα από ένα καράβι.

Ένα καράβι λοιπόν αταξίδευτο κάπου στην Λακωνία αγέρωχο και ήσυχο, γνωστό σε μερικούς, τρόπος έκφρασης σε απελπιστικά λίγους, φωτογραφήθηκε κάποτε και έγινε γνωστό! Και ταξίδεψε ξανά ανά τον κόσμο, το είδανε πολλοί και αγαπήθηκε εξίσου ίσως όμως όχι αληθινά αλλά για την φήμη που φέρνει με την παραδοξότητα που κατέχει. Σε πέντε έξι χρόνια όμως οι πρωτοτυπίες είχαν τελειώσει προ πολλού και άρχισε ο κανιβαλισμός μιας αρχικής ιδέας και αγάπης για τα ναυάγια και την μοναχική προσμονή που μεταδίδουν. Όσο περισσότερο ‘’βιάζονταν’’ με στοιχεία εντυπωσιασμού,φυσικά, υπερβολικά ή ακόμα και ψεύτικα τόσο η βιομηχανία αντάμειβε τους φωτοαντιγραφιστές. Επεκτάθηκε η ιδέα και σε άλλα καράβια! Ορδές νεοφώτιστων φωτογράφων τοπίου από πίσω, με το καράβι στην Άνδρο να γλυτώνει μερικώς μιας και το κουφάρι του αλλοιώθηκε. Πάντα το είχα απορία πως και δεν έχουμε πήξει στις δεκαπέντε χιλιάδες εκδοχές του! Μέχρι που έψαξα μερικές πρόσφατες και είδα ότι το αρχικό του σχήμα έχει αλλοιωθεί κατά πολύ. Τότε είναι που πείσθηκα  ότι όλοι πήγαιναν για το καράβι και κανένας για να βρει τον εαυτό του στο καράβι. Τα καράβια γίνανε πύργος στην Μεθώνη, καταρράκτης στην Παλαιοκαρυά Τρικάλων και πολλά άλλα σε πολλά άλλα μέρη. Μια γρήγορη αναζήτηση των περιοχών αυτών με λατινικούς χαρακτήρες σε δημοφιλής φωτογραφικούς ιστότοπους όπως το 500px ή το flickr και θα καταλάβει κανείς για πιο πράγμα μιλάω. Παρ’ όλα αυτά μην νομίζεται ότι αυτά τα γράφω για να κατοχυρώσω τα πνευματικά δικαιώματα στα σημεία που έχω βρεθεί από τους πρώτους, κάνετε λάθος. Δεν με απασχολεί καθόλου, αντίθετα το θεωρώ απείρως τιμητικό όταν βλέπω να εμφανίζονται πανομοιότυπες συνθέσεις με τις δικές μου ασχέτου ποιότητας.

Η μεγάλη μου απορία ήταν πάντα για την ψυχική ικανοποίηση που μπορεί να νιώθει κάποιος όταν εξόφθαλμα αντιγράφει μια σύνθεση. Δεν μπορούσα να το καταλάβω ποτέ και όσες φορές μπήκα στον πειρασμό να κάνω το ίδιο πάντα ένιωθα κενός και αυτές ήταν οι πρώτες φωτογραφίες που γνώριζαν τον κάλαθο των αχρηστών. Είναι η δικαιολογία ότι το ίντερνετ είναι αχανές και ότι θα την δουν και διαφορετικοί άνθρωποι όπου κάλλιστα μπορώ να την πασάρω σαν μοναδική, αρκετή για να γεμίσει το εσωτερικό κενό; Για μένα όχι, για πολλούς απ’ ότι φαίνεται ναι. Γυρνώντας το νόμισμα από την άλλη πλευρά μήπως αυτές οι προσπάθειές μου όμως στο τοπίο δεν ήταν τόσο προσωπικές για αυτό και τόσο εύκολα αντιγράφονται;

Την απάντηση αυτή την ξέρω από καιρό και την επιβεβαίωσα στην Τύμφη στις αρχές του Ιούνη στο σεμινάριο που κάναμε για δεύτερη χρονιά σε αυτή την περιοχή. Είδα τον εαυτό μου διπλό και έγινε εφικτό χωρίς τσίπουρο! Την δεύτερη μέρα εκεί που λιαζόμασταν, στο καταφύγιο της Αστράκας, κάτω από έναν καταραμένο ήλιο το μεσημέρι περιμένοντας να περάσει λίγο η ώρα για να οδεύσουμε προς την δρακόλιμνη, το καινούργιο trend των «τοπιάδων», πέντε ταλαίπωροι φωτογράφοι πλήρης φωτογραφικού εξοπλισμού, εμφανίστηκαν εξουθενωμένοι από την ανηφόρα, που για να λέμε την αλήθεια όταν την κάνεις για πρώτη φορά και δεν το έχεις και πολύ με το βουνό, σου κόβει την μαγκιά αν κουβαλάς βάρος.Το επαναλαμβανόμενο σκηνικό πλέον να ανεβαίνουν και άλλοι τις ημερομηνίες που έχουμε ορίσει στα σεμινάρια μιας και πέρυσι είχαν ανέβει δυο τρεις, μόνο τυχαίο δεν το θεώρησα! Κολακευτική όμως και η εμπιστοσύνη στην κρίση μας για το ποια περίοδος είναι η καλύτερη για το βουνό. Οι δρόμοι μας διασταυρώθηκαν ξανά στην δρακόλιμνη, όταν και κατέφθασαν καμιά ώρα μετά από εμάς όπου αφού είχα δώσει τις απαραίτητες οδηγίες και είχαμε λύσει τις απορίες με τα παιδιά του δικού μου γκρουπ καθόμουνα στην κόψη μιας πλαγιάς και περίμενα να πέσει λίγο ο ήλιος για να βγάλω μια φωτογραφία. Στον ελεύθερο χρόνο που μου έδινε το διάστημα αυτό έβαλα ένα στοίχημα με τον εαυτό μου. Ότι ένας θα πάει για τα βραχάκια «μου», ένας για τα λουλουδάκια «του Κώστα» και οι υπόλοιποι μιας και ο καιρός δεν υπόσχονταν κάτι το εντυπωσιακό θα βολοδέρνουν ή θα ακολουθούσαν κάποιον από εμάς που ως πιο παλαιοί θα ξέραμε τα μυστικά της περιοχής καλύτερα. Το κέρδισα. Όχι γιατί τους ήξερα ή γνώριζα την δουλειά τους αλλά γιατί είδα τον εαυτό μου στο ξεκίνημα τότε που φωτογραφικές μανιέρες ήταν ακόμα στο μυαλό μου. Είδα τις εικόνες τους πριν ακόμα οι ίδιοι στήσουν τα τρίποδά τους, γιατί τις ίδιες αυτές εικόνες τις είχα δει και εγώ εφτά χρόνια πριν ένα κρύο πρωινό του Ιουνίου, σε μια ανατολή υπερπαραγωγή. Το κέρδισα γιατί είδα εμένα να περπατάω ένα απόγευμα μόνο μου στις όχθες της δρακόλιμνης και να καταριέμαι τον καιρό που δεν μου έδωσε το ηλιοβασίλεμα που επιθυμούσα και μια φωτογραφική αντίληψη, ισάξια με αυτή ενός μπαμπουίνου που βγάζει σέλφι, να με αποτρέπει από το να σκεφτώ διαφορετικά. Τότε που φορούσα παρωπίδες τηλεκατευθυνόμενες από τις ανάγκες άλλων. Το κέρδισα το στοίχημα και όταν έψαξα και είδα το παραχθέν αποτέλεσμα, με όλα τα επεξεργαστικά τρικ σε μια προσπάθεια ανάστασης ενός ‘’ψόφιου άλογου’’, αποτέλεσμα καθοδηγούμενο φυσικά από τις τάσεις της εποχής και όχι από ανησυχίες μιας εσωτερικής αναζήτησης. Αλλά και όταν είδα την ακόμα πιο προβληματική αντιμετώπιση, που λέει, ότι δεν δουλεύει γιατί δεν ‘’έκατσε’’ το χρώμα στον ουρανό, ας το κάνουμε ασπρόμαυρο.

Κέρδισα λοιπόν και στεναχωρήθηκα. Ελαφρώς γιατί η δικιά μου θεωρητική πρωτοτυπία ήταν ίσως απλώς μια πρωτιά, και σφόδρα γιατί κατάλαβα ότι και εμείς καταφέραμε να χάσουμε την ταυτότητά μας. Η βιομηχανία έφτασε και στα δικά μας βουνά. Να τα προβάλλουμε όπως πουλάει και όχι όπως τα αισθανόμαστε! Να αντιγράφουμε συνθέσεις προσπαθώντας να προσθέσουμε απλά στοιχεία εντυπωσιασμού νομίζοντας ότι κάνουν την διαφορά ή ότι δείχνουμε να είναι κενού περιεχομένου και να επιβραβευόμαστε κιόλας γι’ αυτό. Ίσως με όρους φωτογραφικούς αυτό να μην γίνεται κατανοητό φανταστείτε όμως έναν ποιητή να παίρνει το «Μαχαίρι» του Καββαδία να το ονομάζει «Ο σφαγέας των ζόμπι» και να το πασάρει για καινούργιο και να θεοποιείται! Φανταστείτε έναν κακόμοιρο, ατάλαντο ζωγράφο να θέλει να απαθανατίσει τον έρωτά του για την αγάπη του στον καμβά,να φτιάχνει μια καρδιά με ένα βέλος και να σου την πασάρει για «Το φιλί» του Klimt και να εξυμνείται. Γελοίο και φυσικά αδύνατο γιατί λίγο ή πολύ ένα υπόβαθρο στις δύο αυτές τέχνες το έχουμε! Θα μου πείτε ότι  όλα επιτρέπονται, μέχρι και ο Σάκης έχει ερμηνεύσει το «Άξιον Εστί». Διαφωνώ! Ο Μπιθικώτσης ερμήνευσε, ο Σάκης απλώς τραγούδησε, για όποιον καταλαβαίνει την διαφορά!  Όμως στην φωτογραφία αυτός ο διαχωρισμός δεν φαίνεται εφικτός, και έτσι, ένα βράδυ που χάζευα έναν υπέροχο γαλαξία από την αυλή του σπιτιού μου σιγοψιθύρισα «Απεταξάμην»!

«Απεταξάμην» τα καράβια, «Απεταξάμην» τις λίμνες, «απεταξάμην» τους καταρράκτες, «απεταξάμην» τις βαρετές προσεγγίσεις βασισμένες στον εντυπωσιασμό, «απεταξάμην» το κυνήγι των φαινομένων σε βάρος της προσωπικής έκφρασης! Αν είναι να αλλάξει κάτι, θα πρέπει να αλλάξει πρώτα μέσα μας. Σε προσωπικό επίπεδο αυτές οι αλλαγές έχουν ξεκινήσει εδώ και καιρό όπως και σε άλλους γνωστούς και φίλους που παρακολουθώ. Η πλειοψηφία όμως συνεχίζει υπνωτισμένη να χορεύει μέσα στον φαύλο κύκλο. Συνεχίζει να χαϊδεύεται και οι νοσούντες απαίδευτοι μέσα στο υπερεγώ τους, θεωρώντας τους εαυτούς τους ειδικούς,  δημιουργούν καινούργιους απαίδευτους. Ο κύκλος πρέπει να σπάσει και το τοπίο να στραφεί προς νέες κατευθύνσεις μοναχικές και μοναδικές. Η αφοσίωση που χρειάζεται πρέπει να επιστρέψει. Αφοσίωση στην αρχική ορμή που μας ώθησε σε αυτό το μέσο πριν ανακαλύψουμε το facebook το 500px και το flickr. Αφοσίωση στην συνεχόμενη αναζήτηση της ματιάς μας και στην αλήθεια του εαυτού μας! Το να επιστρέφεις σε ένα μέρος μέχρι να πετύχεις τον σκοπό σου είναι επιμονή, τι να την κάνεις όμως όταν δεν είσαι αφοσιωμένος σε αληθινές αξίες. Το να πηγαίνεις σε μέρη εξωτικά είναι πάντα ευχάριστο και σίγουρα ανοίγει νέους ορίζοντες και ευκαιρίες, τι να το κάνεις όμως αν γίνεται μόνο και μόνο για να προλάβεις να φας ένα ασήμαντο κομμάτι μιας ήδη τελειωμένης πίτας! Καιρός λοιπόν να κάνουμε την αυτοκριτική μας και όσοι τυχεροί τα καταφέρουμε και ανακαλύψουμε την γύμνια μας, να προσπαθήσουμε να μάθουμε τις αδυναμίες μας, έτσι ώστε να μπορέσουμε να τις εξαλείψουμε και στην συνέχεια να βοηθήσουμε και τους υπόλοιπους και ίσως τότε γλυτώσω και εγώ από τις καλλιτεχνικές προτροπές-ανησυχίες του πατέρα μου και τα πράσινα κύματα του Ζούμπερη! Βοηθήστε με!

Κωνσταντίνος Βασιλάκης

4 Comments

  • Vangelis Feleris on Oct 26, 2016 Reply

    Πολύ ωραίο άρθρο Κωνσταντίνε! Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου.

  • Βιργινία on Jul 18, 2016 Reply

    Κωνσταντίνε παιδί μου, πέρα από καλλιτέχνης φωτογράφος και ότι άλλο συνεπάγεται αυτό, είσαι αληθινός, σωστός, μεγάλος συναισθηματικά, και προπάντων τίμιος και άξιος υπηρέτης της τέχνης, αγόρι μου ελάχιστοι σαν εσένα, σου το λέω εγώ που έζησα 74 ολόκληρα χρόνια δίπλα σε κάποιον σαν εσένα. Θα ακούς μόνο εσένα, ίσως να μην υπάρχω όταν θα φτάσεις, θυμήσουμε όμως τότε.

  • Giannis Gogos on Jul 01, 2016 Reply

    Κωνσταντίνε,
    Χαίρομαι που άφησες πίσω σου τα ναυάγια και τα κάστρα. Για μένα κρύβουν παγίδες και μία από αυτές είναι ότι μπορούν πολύ εύκολα να πετάξουν απ’εξω τον φωτογράφο.Η ερώτηση του θεατή “που είναι αυτό?” θα πρέπει να την τρέμουμε…
    Οφείλω να ομολογήσω οτι τα τελευταία 2-3 χρόνια η δουλεία σου έχει γίνει πιο ουσιαστική,πιο προσωπική και εύχομαι απο καρδιάς να την αναπτύξεις ακόμα περισσότερο προς αυτή την κατεύθυνση.
    Συμφώνω απόλυτα σε όσα έχεις γράψει (ίσως δε θα ήμουν τόσο αυστηρός με τα παιδιά στην Τύμφη). Η φωτογραφία τοπίου-φύσης,στην καλλιτεχνική της προσέγγιση, περνάει κρίση σε παγκόσμιο επίπεδο. Ισως επειδή οι βάσεις της ήταν από την αρχή λάθος. Δεν πειράζει, κ μόνο ότι το καταλάβαμε αυτό εμένα προσωπικά μου αρκεί και μου δίνει ελπίδα για το μέλλον…

    • Konstantinos Vasilakis on Jul 01, 2016 Reply

      Και εγώ χαίρομαι πάρα πολύ γιατί πλέον ένας απεριόριστος κόσμος έχει ανοιχτεί μπροστά μου που δεν βασίζεται φωτογενή μέρη αν και αυτά σίγουρα θα υπάρχουν στο μενού. Είναι αναπόφευκτο η Πίνδος είναι ωραία οροσειρά. Το που είναι αυτό με στοιχειώνει, δεν το μπορώ και ήταν βασικός παράγοντας αυτής της αλλαγής και είμαι ιδιαίτερα ευχαριστημένος όταν άνθρωποι που εμπιστεύομαι την αντιλαμβάνονται. Ναι η φωτογραφία τοπίου βαδίζει προς μια βαρετή στασιμότητα και δυστυχώς ανάλογες φωνές σαν τις δικές μας απουσιάζουν μιας και είναι μια πολύ επικερδής επιχείρηση πλέον και θα την στραγγίζει την αγελάδα πριν την παρατήσει. Τώρα αν ήμουν αυστηρός με τα παιδιά δεν είχα τέτοια πρόθεση ούτε πιστεύω ότι ήμουν. Τον εαυτό μου είδα, με αυτόν ήμουν αυστηρός. Καλό μήνα!

Leave Reply


eight − = 2