Expessing myself without a camera

Η Ενοχική Απόλαυση της Καθημερινότητας

Την Αθήνα την είχα για σπίτι μου τριάντα δύο ολόκληρα χρόνια που αν εξαιρέσει κανείς δύο παρενθέσεις πέντε χρόνων η μία ως σπουδαστής που η σκεπή ήταν ξενόγλωσση και δεκαεπτά μηνών η δεύτερη όπου η σκεπή, ο Θεός να την κάνει, ήταν προσφορά του ελληνικού στρατού, τα μάτια κάτω από τσιμέντο άνοιγαν το πρωί και κάτω από τσιμέντο έκλειναν το βράδυ. Δεν παραπονιέμαι, ήμουν τυχερός πάντα είχα θέα. Την θάλασσα, έστω και από αρκετά μακριά ή έναν μικρό ακάλυπτο γεμάτο λεμονιές που πλημύριζαν το δωμάτιο, με μυρωδιές κάθε άνοιξη και γατιά το μπαλκόνι που τιμούσαν το φαγητό που δεν έτρωγε ο δικός μου γάτος. Μύξα τον έλεγα, και ήταν φοβερός.

 Για να συνεχίσουμε λίγο με τον αόριστο, το ένδοξο εκείνο έτος του 2009, έναν βροχερό Οκτώβριο, τότε που βγάλαμε για πρωθυπουργό τον Γιωργάκη, ξεκίνησε μια σειρά γεγονότων που οδηγεί σε ένα μικρό χωριό δέκα κατοίκων τον χειμώνα, στους πρόποδες της επιβλητικής Τύμφης, και όχι Γκαμήλας, με το εύηχο όνομα «Καπέσοβο» απ’ όπου και γράφεται αυτό το κείμενο. Συνολικά χρειάστηκαν ένας Γιωργάκης, δύο γονείς, μία θεία, τρεις γνωστοί της, η κυρία Βιργινία, μερικά τετραγωνικά στα Γιάννενα, και δύο δέντρα στην Χαλκίδα για να μπορώ να γράφω αυτή την στιγμή κοιτώντας έξω από το παράθυρο τις γυμνές οξιές καθώς χτενίζουν την χαμηλή νέφωση, που σπρώχνει ένας νοτιάς προς την κάθετη ορθοπλαγιά που δεσπόζει η σκάλα του Βραδέτου, με τις βαμμένες κόκκινες μύτες των κλαδιών τους.

 Το 2009 λοιπόν γεννήθηκε η ιδέα της αποκέντρωσης για το ένα τέταρτο της οικογένειας Βασιλάκη, μια ιδέα που ξεκίνησε να υλοποιείται το 2012, όταν και το τσιμέντο της Αθήνας έγινε αποπνικτικό και όλα είχαν αρχίσει να μυρίζουν μούχλα και τοξική κάπνα. Ξημερώματα Τρίτης ήταν όταν άφησα τον Ανδρέα, τον αδερφό μου, σπίτι του κάπου στις Τζιτζιφιές μετά από μια καταπληκτική τετραήμερη κατασκηνωτική εκδρομή με φίλους στον Σμόλικα και παρά την κούραση όταν έφτασα στο δικό μου δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Τα ρούχα μύριζαν δάσος. Μαύρα πεύκα και βρεγμένο χώμα, μια μυρωδιά που δεν έπρεπε να χάσω και έτσι είπα τέλος. Τέλος στο τσιμέντο, τέλος στα τοξικά που αναγκάζονταν να καίνε οι συμπολίτες μου για να ζεσταθούν, τέλος στο καυσαέριο, τέλος στο γραφείο, τέλος στην δουλειά, τέλος στην οικοδομή. Ο Ανδρέας όμως; Η Στέλλα, ο Βαγγέλης, η Ελένη, ο Κώστας, ο Σήφης, ο Τάσος και ο Μάνος; Λίγοι οι φίλοι μου αλλά όσο πιο λίγοι τόσο πιο δύσκολα τους αφήνεις πίσω. Σαν από μηχανής Θεός όμως η σοφία του Σήφη απλώθηκε όλη μπροστά μου. Δεν ζηλεύω ποτέ όταν ένας φίλος αποκτάει κάτι, μου είχε πει κάποτε, γιατί έτσι το αποκτώ και εγώ. Σπίτι στην επαρχία εγώ λοιπόν, σπίτι και όλοι οι από πάνω όποτε το θέλουν και η στεναχώρια μου μετριάστηκε κάπως.

 Πέρασαν τρία χρόνια από τότε που κατάφερα να χωρέσω όλα τα πράγματά μου σε ένα VW Polo του ’99 μαζί και τον Μύξα και τράβηξα τον δρόμο που άλλαζε την Αθήνα από τόπο επιστροφής σε μέρος επίσκεψης. Τρία χρόνια όχι στον τελικό προορισμό αλλά στα Γιάννενα όπου πέρασα τον περισσότερο καιρό μέχρι να υλοποιηθεί το σπίτι στο βουνό. Τρία χρόνια τα οποία έφεραν τα πάνω κάτω σε πολλά πράγματα και με έκαναν να αναθεωρήσω πολλές απόψεις για το ποιος είμαι τελικά. Τρία χρόνια προσπάθειας για μια καινούργια αρχή προσωπική όπου στέρεψα από συναισθήματα πληγώνοντας κόσμο στην πορεία, προσπαθώντας να ισορροπήσω το παλιό με το νέο. Τρία χρόνια που κάπου ανάμεσά τους χάσαμε και τον Μύξα από μια επιθετική ασθένεια. Τρία χρόνια όμως που πρόσθεσαν καινούργιους φίλους και η καρδιά ξαναγέμισε με πολύ πιο αυθεντικά συναισθήματα.

 Για να φτάσουμε στο τώρα και στην ενοχική απόλαυση της καθημερινότητας. Ο τίτλος για αυτό το άρθρο μου ήρθε καθ’ οδόν για «δουλειά» τον Αύγουστο του 2015. Στο αυτοκίνητο σε ένα σπασμένο δρόμο μέσα στο πυκνό δάσος μαυρόπευκων που οδηγεί στην Βωβούσα. Τέσσερα χρόνια πριν, το πηγαίνω για δουλειά σήμαινε φανάρια, κίνηση, εκνευρισμό και τσιγάρο. Τώρα τα πνευμόνια κατακλύζονται από αρώματα που μόνο όσοι έχουν περπατήσει σε βρεγμένο δάσος γνωρίζουν, φανάρια είναι άγνωστη λέξη και η κίνηση περιορίζεται σε αιγοπρόβατα που κάνουν την βόλτα τους ή σε γάτες που αποφάσισαν να συνουσιαστούν στην μέση του δρόμου όπως μια φορά στο Βρυσοχώρι και μου ήρθε κρίμα να τους το χαλάσω. Φόρος τιμής στον Μύξα! Απόλαυση η διαδρομή απόλαυση και η ζωή κι αν αναρωτιέστε για το ενοχική αυτό έχει να κάνει με τον χαρακτήρα μου. Μια απόφαση στην ζωή μου με έκανε να κάνω ένα μεγάλο βήμα προς το άγνωστο και αισθάνομαι τόσο ωραία που με κάνει να νιώθω σχεδόν ένοχος που απομακρύνθηκα από την δυστυχία γύρω μου ενώ άλλοι δεν έχουν την ίδια τύχη ή οι καταστάσεις δεν τους επιτρέπουν να προσπαθήσουν το ιδανικό γι’ αυτούς. Άνθρωποι που δεν γνωρίζω σε περιστασιακές συζητήσεις όταν με ρωτάν για το πώς ζω τους απαντώ, – χαρούμενα, αν και ξέρω ότι η ερώτησή τους έχει να κάνει με χρήματα. Η απόλαυση της καθημερινότητας δεν έχει να κάνει με αυτά, δεν είχα ποτέ μου και όποτε είχα τα ξόδευα για να πετύχω τους στόχους μου. Κάποτε αγχωνόμουν για αυτά τώρα αγχώνομαι για το αν θα βγουν οι πατάτες που θα φυτέψω για πρώτη φορά στην ζωή μου σε ένα κήπο που έσκαψα μόνος μου ή αν θα πιάσουν οι φουντουκιές που μου έδωσε η Πόλα και ο Μπάμπης σε μια πρόσφατη επίσκεψη στο βουνό τους. Ποτέ δεν συνδύασα απόλαυση ή δυστυχία με χρήματα. Απόλαυση είναι μια παρέα φίλων γύρω από μία φωτιά να τρώνε ένα κακοβρασμένο φαγητό  μετά από μια κουραστική μέρα, δυστυχία, να ζεις και να βλέπεις πράγματα και να μην μπορείς να τα μοιραστείς με αυτούς που αγαπάς.

 Αυτός είναι ο μικρός κύκλος που έφτιαξα, ένα σπίτι με ένα μπαλκόνι που ατενίζει τα γκρέμια στην άκρη του χωριού, μακριά από κόσμο αλλά πολύ κοντά σε ανθρώπους, ανθρώπους που θέλουν και θέλω να είναι μαζί μου και μια απολαυστική καθημερινότητα που δεν έχω ιδέα τι θα μου φέρει και ότι δεν φέρει… δεν πειράζει.

Κωνσταντίνος Βασιλάκης

2 Comments

  • Αντώνης Πετράκης on Apr 15, 2016 Reply

    Αγαπητέ Κώστα,

    Το να περιμένει κανείς την μοίρα να του ξεδιπλώσει τα καλά και τα κακά της είναι αποδεκτό από τους περισσότερους από εμάς, πόσο μάλλον όταν εμείς οι ίδιοι την αφήνουμε να μας παίζει όπως αυτή θέλει. Κι ακόμα παραπάνω, όταν μας βολεύει να την κατηγορούμε για όσα κακά εμείς την αφήσαμε να φέρει. Χαίρομαι που εσύ δεν είσαι πλέον, αν καταλαβαίνω σωστά, ένας από εμάς τους λιγότερο τολμηρούς, λιγότερο αισιοδοξους και περισσότερο συμβιβασμένους με το σκεπτικό που προανέφερα παραπάνω.

    Εχεις τους εγκάρδιους χαιρετισμούς μου και σου εύχομαι τα καλύτερα όπως πάντα. Εις το επανιδείν!

    Με εκτίμηση,
    Αντώνης ο-άλλος-Πετράκης

    • Konstantinos Vasilakis on Apr 16, 2016 Reply

      Καλημέρα Αντώνη.

      Δεν θέλω να θεωρήσω τον εαυτό μου διαφορετικό από κανέναν άλλο, το μόνο διαφορετικό είναι ότι έκανα ένα βήμα χωρίς να ξέρω προς τα που θα με πάει και από εδώ και πέρα προσπαθώ να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου. Μετά από λίγο καιρό που κοιτάω πίσω, δεν είναι και κανένα τρομερό βήμα. Ίσως οι δέκα κάτοικοι είναι λίγο υπερβολικό για κάποιους αλλά το να φύγει κάποιος από την Αθήνα και να αναζητήσει καλύτερες συνθήκες ζωής στην επαρχία σε όχι και τόσο μεγάλες πόλεις δεν είναι κάτι το δύσκολο. Βέβαια μιλάω σαν έναν άνθρωπος που αν εξαιρέσεις οικογένεια δεν έχει κάποια άλλη δέσμευση. Αν υπήρχε γυναίκα και παιδιά στην μέση τότε τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Αν και πάλι ξέρω παραδείγματα ανθρώπων που έφυγαν και έκαναν και αυτοί οικογένεια στο βουνό και είναι πολύ χαρούμενοι γι αυτό.

      Αντώνη χάρηκα που σε «άκουσα» ελπίζω να είστε όλοι καλά και σε περιμένω στα μέρη μου για να σου δείξω και άλλα πολλά όμορφα. Να είστε όλοι καλά!

Leave ReplyLeave a Reply to Αντώνης Πετράκης

Cancel Reply


7 − = five